|
Λίγα ψήγματα
ιστορίας της Δροσοπηγής.
Η παρουσία ανθρώπων στην
περιοχή , που βρίσκεται σήμερα
το Κάντσικο, ανάγεται στην
προϊστορική ακόμα περίοδο. Μια
μικρή αναδρομή στο ιστορικό
παρελθόν θα μας δώσει τα
απαραίτητα στοιχεία για την
υποστήριξη αυτής της εκδοχής.
Όπως ξέρουμε, στην
κοιλάδα της Κόνιτσας, που
σχηματίστηκε από τους
ποταμούς Αώο, Βοϊδομάτη και
Σαραντάπορο, ήκμασε
στην αρχαιότητα η
Μολοσσίδα, πατρίδα της
Ολυμπιάδας, συζύγου του
βασιλιά της Μακεδονίας
Φιλίππου και
μητέρας του Μ. Αλεξάνδρου.
Η ανάπτυξη αυτή πρέπει να
εκτεινόταν και σε ολόκληρη την
κοιλάδα του Σαρανταπόρου, που
είναι η φυσική οδός και το
μοναδικό πέρασμα προς τη
Μακεδονία.
Ιδιαίτερη προσοχή θα
πρέπει να είχε δοθεί στην
περιοχή της
Δροσοπηγής, γιατί
βρίσκεται στο τέρμα αυτής της
κοιλάδας και σε δεσπόζουσα
θέση. Δεν θα ήταν πολύ τολμηρό
και παρακινδυνευμένο να
θεωρήσει κανείς ότι είχε
ληφθεί ιδιαίτερη μέριμνα για
τη φύλαξη της κοιλάδας με τη
δημιουργία εδώ μόνιμων «φρουρών»
(φυλακίων), όπως δείχνουν και
τα σωζόμενα μέχρι σήμερα
τοπωνύμια: Λιάσκα, Καντσικούλι,
Πάτρες, Λευτεροχώρι, και πολλά
άλλα. Και, όπως γνωρίζουμε, τα
φυλάκια αυτής εποχής είχαν τη
μορφή οικισμών.
Αλλά και αργότερα
εκεί, στην κοιλάδα της
Κόνιτσας και του Σαρανταπόρου,
ο Πύρος ο βασιλιάς της Ηπείρου
εγκατέστησε τα κάστρα και το
στρατόπεδό του, (Κι εδώ τα
τοπωνύμια: Ταμπούρι, Καραούλι,
Καστριμπούκα κτλ. ενισχύουν
την εκδοχή της στρατηγικής
θέσης της Δροσοπηγής), ενώ
αργότερα τμήμα της Εγνατίας
Οδού που κατασκεύασαν οι
Ρωμαίοι, διέσχιζε την κοιλάδα
του Σαρανταπόρου. Λείψανα της
οδού αυτής σώζονται στην
περιοχή της Δροσοπηγής, στη
θέση Πάτρες, κοντά στο
Σαραντάπορο. Το τοπωνύμιο αυτό
«Πάτρες», όπως και πολλά άλλα (Παλιοχώρι,
Λευτεροχώρι, Λιάσκα κ.ά.)
σημαίνει, όπως και παραπάνω
είπαμε, πως εκεί υπήρχε
οικισμός - ίσως εκτελώντας
χρέη φυλακίου.
Οι οικισμοί αυτοί,
κατά μια εκδοχή και για
άγνωστους σε μας λόγους,
ενώθηκαν, εκεί γύρω στα 1600μ.Χ.
και δημιούργησαν ένα μεγάλο
χωριό, το Κάντσικο. Αλλοι, όμως,
υποστηρίζουν ότι η συνένωση
αυτή των οικισμών έγινε
αργότερα, για λόγους ασφαλείας,
κατά το 18ο αιώνα, κατά την
περίοδο, που την
περιοχή λυμαίνονταν οι
Τουρκαλβανοί ληστές.
Για τη σημασία της
λέξης «ΚΑΝΤΣΙΚΟ»
δεν υπάρχει
ξεκάθαρη ετυμολογία. Όμως,
με μεγάλη διασταλτική
ερμηνεία και με πολλές
επιφυλάξεις, τολμούμε να
εικάσουμε ότι το όνομα μπορεί
να σημαίνει:
i)
Ακρη, τόπος κρυφός, αθέατος
και καλά οχυρωμένος
(από το «κανθός=άκρη).
ii)
Νεραϊδοχώρι, (από το ξενικό
«Τζίκα» = νεράιδα, νύφη, κόρη
παρθένα).
iii)
Βαρελοχώρι (από το γεγονός
ότι, παλαιότερα, πολλοί άντρες
ασκούσαν το επάγγελμα του
βαρελά όχι μόνο στο χωριό αλλά
και σε άλλα μέρη).
iv) Μαστοροχώρι, από το
γεγονός ότι ανέκαθεν η
Δροσοπηγή έβγαζε άριστους
τεχνίτες της πέτρας.
Όλες οι εκδοχές, όπως
βλέπουμε, κρύβουν κάποια
αλήθεια ή αληθοφάνεια, γιατί
δίνουν στην ονομασία ορισμένα
από τα χαρακτηριστικά που,
οπωσδήποτε, υπάρχουν είτε στον
τόπο μας είτε στους ανθρώπους
μας.
Κατά την περίοδο της
Τουρκοκρατίας, το Κάντσικο,
γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη
και γι
αυτό της δόθηκαν ιδιαίτερα
διοικητικά και εκκλησιαστικά
προνόμια. ( Βλέπε
τοπική αυτοδιοίκηση). Την
περίοδο αυτή χτίστηκαν και τα
περισσότερα σπίτια του
Καντσίκου, όπως δείχνουν οι
εντοιχισμένες πλάκες στις
προσόψεις των οικιών.
Κατά τη διάρκεια του
ελληνοϊταλικού πολέμου, το
Κάντσικο ήταν και πάλι στο
κέντρο του θεάτρου των
πολεμικών επιχειρήσεων, αφού
βρισκόταν στο ευαίσθητο
σημείο του άξονα: Λυκόραχη
- Κάντσικο - Φούρκα - Σαμαρίνα,
όπου κινούνταν η περίφημη
ταξιαρχία των Ιταλών «Τζούλια»,
με αντικειμενικό σκοπό να
κόψει στρατιωτικά στη μέση τα
ελληνικά στρατεύματα και να
κυριέψει ευκολότερα την
Ελλάδα. Εκεί, κατά τη
διάρκεια της μάχης της Πίνδου
στον Προφήτη Ηλία όπου
τραυματίστηκε ηρωικά μαχόμενος ο Κ. Δαβάκης,
ανάμεσα στις ηπειρώτισσες
γυναίκες, που μετέφεραν
φορτωμένες στην πλάτη τα
πολεμοφόδια στους στρατιώτες
μας από το Επταχώρι στον
Προφήτη Ηλία , ήταν και οι
καντσιώτισσες.
Κατά τη Γερμανική
Κατοχή οι κατακτητές, όσες
φορές χρειάστηκε να
κατευθυνθούν από την
Κόνιτσα προς το Επταχώρι της
Μακεδονίας, ευτυχώς,
ακολούθησαν την ποταμιά
και, έτσι, δεν προξένησαν
καταστροφές στο Κάντσικο όπως
έγινε σε άλλα γειτονικά χωριά.
Κατά τον Εμφύλιο
πόλεμο, όμως,
στο Κάντσικο, λόγω θέσεως,
δόθηκαν φονικότατες μάχες, οι
οποίες εκτός από το χαμό
ελληνικών παλικαριών, έδωσαν
και το τελειωτικό χτύπημα στον
τόπο, τη χαριστική βολή, που
λένε. Από
τότε, οι νέοι μας έφυγαν και το
χωριό μαράζωσε για παραπάνω
από 50 χρόνια. Ευτυχώς, τα
τελευταία χρόνια οι νέοι
επιστρέφουν στο χωριό και
ξαναφτιάχνουν, έστω και ως
εξοχικά, τα πατρικά τους
σπίτια και, έτσι, το καλοκαίρι
το χωριό σφύζει και πάλι από
κίνηση και ζωή.
Σε κάθε, όμως,
περίπτωση, η Πολιτεία θεώρησε
το όνομα «Κάντσικο» ξενικό και
γι' αυτό, το 1954-55, το
μετονόμασε σε «Δροσοπηγή»,
όνομα, που του ταιριάζει,
βέβαια απόλυτα, γιατί διαθέτει
άφθονα τρεχούμενα και γάργαρα
νερά.
Από τη μικρή ιστορική
διαδρομή, όπως την
παρουσιάσαμε παραπάνω, φάνηκε,
νομίζουμε,
καθαρά, ότι το Κάντσικο,
λόγω της στρατηγικής του θέσης,
ήταν πάντοτε παρόν στη ζωή
και στα ιστορικά δρώμενα.
Στο σπίτι του Γ. Βελλά
βρέθηκε πλάκα με σμιλεμμένη
χρονολογια 1607, στο γήπεδο των
Λυκαίων ή Μακραίων κάτω από
την κεντρική πλατεία, κατά τη
διάρκεια εκσκαφών βρέθηκε
ορειχάλκινος δίσκος με
χρονολογία 1643. Σε γωνιόλιθο
παραστάδας παραθύρου
στο κατάστημα του Σ.
Πατσιωτού υπάρχει χαραγμένη
χρονολογία 1787 κτλ. και η
προφορική παράδοση
οδηγούν στο συμπέρασμα ότι
το Κάντσικο με τη σημερινή του
μορφή υπήρχε πριν από το 1600 μ.Χ.
ΔΡΟΣΟΠΗΓΗ (Κάντσικο),
χωριό της πέτρας
Ο Σαραντάπορος πηγάζει από
τις βορειοανατολικές πλαγιές
του Γράμμου και μαζεύει όλα
τα νερά που χύνονται προς τη
νότια πλευρά του, ενώ από την
άλλη πλευρά τα μαζεύει ο
Αλιάκμονας. Τα νερά του
Σαραντάπορου κυλούν ανάμεσα
στους ορεινούς όγκους του
Γράμμου, του Βόιου και του
Σμόλικα.
Στη Λάκκα του
Σαραντάπορου διαμορφώνεται
μια ιδιαίτερη
ανθρωπογεωγραφική ζώνη, η
ενότητα των Μαστοροχωρίων:
Είναι τα χωριά της
πέτρας και των μαστόρων
στις δυο πλευρές του ποταμού
κατά μήκος όλης της διαδρομής
του. Από το γεφύρι της
Δροσοπηγής, στα όρια των
χωριών Δροσοπηγή και Πλαγιά,
μέχρι τα Καβάσιλα και την
Πυξαριά, κοντά στη «σμίξη» του
Σαρανταπόρου με τον Αώο, μια
ενότητα χωριών γέννησε πλήθος
τεχνιτών (μαστόρους της
πέτρας, ξυλογλύπτες, ζωγράφους
κ.λπ.), που κατά την παροιμιώδη
έκφραση[1] «έχτισαν τον κόσμο».
Δροσοπηγή, Πληκάτι,
Γοργοπόταμος, Ασημοχώρι,
Χιονιάδες, Βούρμπιανη,
Πυρσόγιαννη, Καστανιάνη,
Αμάραντος κ.τ.λ. είναι τόποι
που έβγαλαν χιλιάδες τεχνίτες,
οι οποίοι κατά «μπουλούκια»
όργωσαν τον ευρύτερο χώρο
της Βαλκανικής κι ακόμα
πάρα πέρα χτίζοντας
ιδιωτικά και δημόσια κτίρια,
διακοσμώντας και
αγιογραφώντας εκκλησίες
και μοναστήρια,
κατασκευάζοντας καλντερίμια
και γεφύρια. «... Εμείς, δω
απάνου, βλέπεις από την
πέτρα γεννηθήκαμε... με την
πέτρα πορευτήκαμε... και την
πέτρα αξιώσαμε...Ό,τι
φτιάχτηκε τότε γυιέ μου,
δεν ματαφτιάχνεται τώρα. Οι
παλιοί έκαναν το σταυρό τους
κι έχτιζαν. Πίστευαν πως
σε κάθε πέτρα μέσα
βρίσκεται κι ένας άγιος . Και,
με καρδιά ζεστή, την
ακουμπούσαν στο γιαπί,. Σαν
να προσεύχονταν... Με φόβο
Κυρίου...». (Γ. Λυμπερόπουλος,
Ορεινοί και μεθόριοι, Αθήνα
1972).
Αυτό είναι το «πολιτισμικό
ισοδύναμο» του Σαραντάπορου.
Τα χωριά της πέτρας και των
μαστόρων. Ο Σαραντάπορος είναι
ο ίδιος το ποτάμι της
πέτρας. Αυτή η πέτρα με την
αισθητική της από τη μια και
από την άλλη τα
περιορισμένα δασάκια της
βελανιδιάς, τα κηπάρια με
τις ξερολιθιές, οι πέτρινες
αποθήκες και οι κλαδαριές (κομμένα
κλαδιά αποθηκευμένα πάνω στα
ίδια τα δέντρα) χαρακτηρίζουν
το τοπίο της περιοχής με
κυρίαρχη την εικόνα των
πέτρινων οικισμών σε μικρή
απόσταση του ενός από τον
άλλο. Οι τέχνες, μαστορική,
ξυλουργία, ξυλογλυπτική,
αγιογραφία, ζωγραφική, όπως
ασκήθηκαν σε επαγγελματική
συντεχνιακή βάση, σφράγισαν το
βίο και τον πολιτισμό των
χωριών αυτών, με αποτέλεσμα να
ταυτιστούν ιστορικά με αυτές
και να διαμορφωθεί μια
συνείδηση τοπικής
ιδιαιτερότητας, που παίζει
καθοριστικό ρόλο και στη
συλλογική μνήμη των κατοίκων
τους. Λαξευμένες και μη πέτρες,
γεωμετρικές στέγες,
αραδιασμένες σχιστόπλακες,
υψίκορμες καμινάδες, πέτρινα ή
ξύλινα γεισώματα,
ευθυγραμμισμένες γρηπίδες,
ξύλινα δεσίματα, τοξωτά
υπέρθυρα, αγκωνάρια
λαξευμένα με βελόνι, λίθινες
τετράγωνες ή κυκλικές κολώνες,
θολωτές πέτρινες
κατασκευές, πλακοστρώσεις με
καπάκια, κτητορικές πλάκες,
λιθανάγλυφα, ξύλινες στέγες,
ξυλόγλυπτες οροφές,
πλατυσάνιδα πατώματα, σκάλες,
ξύλινα κιγκλιδώματα, παράθυρα
με καΐτια, ταμπλαδωτές πόρτες,
ξυλόγλυπτες μεσάντρες,
ξυλόγλυπτα έπιπλα, τέμπλα,
σφυρήλατα καρφιά, σιδεριές,
μεντεσέδες, κλειδαριές, πόμολα,
φορητέ και μη εικόνες,
κοσμικές παραστάσεις σε
οντάδες, ένα σύνολο τέτοιων
στοιχείων συνιστούν τον
πλούτο της λαϊκής
δημιουργίας των τεχνιτών των
Μαστοροχωρίων.
Η ικανότητα, η
δεξιοτεχνία, η συνέπεια, η
ειλικρίνεια και η τιμιότητα
ήταν και είναι τα στοιχεία
εκείνα που δημιούργησαν το
θρύλο των Μαστοροχωρίων στα
κοντινά και αλαργινά μέρη,
όπου ταξίδευαν και
δημιουργούσαν οι «κτιστάδες»
του τόπου μας. Σ' αυτό το θρύλο
έχουν μερτικό όλα τα
Μαστοροχώρια της κοιλάδας του
Σαρανταπόρου και των
παραποτάμων του. Το μεγαλύτερο,
όμως, μερτικό του θρύλου
ανήκει στους μαστόρους «κτιστάδες»
του Καντσίκου. Αυτό δεν το
υποστηρίζουμε από τοπικιστικό
εγωισμό. Ούτε από σκόπιμη
υποβάθμιση των κτιστών των
άλλων Μαστοροχωρίων, αλλά
γιατί οι Καντσιώτες «μαστόροι
είχαν τη συμπεριφορά του
ανεκδήλωτου "αφανούς
ήρωα", μια νοοτροπία που
χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει
ακόμα και σήμερα τους
κατοίκους του χωριού, οι
οποίοι δεν έχουν την
εκδηλωτικότητα και την
πρωτοβουλία των κατοίκων των
άλλων περιοχών της χώρας,
παρόλο που έχουν ταλέντο και
γνώσεις κρυμμένες μέσα τους.
Μια απόδειξη γι' αυτό αποτελεί
η μη εμφάνιση γραπτών
ημερομηνιών και στολιδιών στα
παλιά σπίτια του χωριού μας».
Με άλλα λόγια την τέχνη
τους και την αξιοσύνη τους την
αποδεικνύουν και τη
διαφημίζουν τα έργα τους, τα
οποία είναι τόσα πολλά και
διάσπαρτα σ' όλη την Ελλάδα και
όχι μόνο, που ούτε και οι ίδιοι
δεν γνωρίζουν τον αριθμό τους
«η τέχνη μιλάει από μόνη της»,
έλεγαν.
Η άγνοια του αριθμού
των έργων αλλά και τα ίδια τα
έργα των Καντσιωτών μαστόρων
φαίνεται καθαρά στο ακόλουθο
χαρακτηριστικό περιστατικό,
που διηγούνται οι
γεροντότεροι:
"Στα 1925, περίπου,
η «παρέα» των «Σιμαίων»
βρέθηκε στο χωριό Παπά Δομοκού.
Εκεί οι μαστόροι είχαν «κλείσει»
μια δουλειά και, περιμένοντας
στην πλατεία το αφεντικό, «χάζευαν»
την καλοδουλεμένη με αραδωτή
πέτρα εκκλησία του χωριού,
μιλώντας με επαινετικά
λόγια για τους μαστόρους, που
την έχτισαν. Στο διάστημα αυτό
τους είδε ο παπάς του χωριού,
τους πλησίασε και τους ρώτησε
από πού κατάγονται. Του είπαν:
"απ' το Κάντσικο της
Κόνιτσας". Ο παπάς τους
κοίταξε λίγο ξαφνιασμένα
και τους πληροφόρησε ότι την
εκκλησία, που θαύμαζαν, την
έκτισε ο Καντσιώτης
ΜαστροΜιχάλης Βελλάς με τα δυο
του παιδιά, το Δήμο και τον
Κώστα, πριν από πολλά χρόνια".
Η νοοτροπία αυτή των
παλαιών χωριανών μας είχε σαν
αποτέλεσμα να μη διαθέτουμε
εμείς σήμερα τα απαραίτητα
τεκμήρια για την ιστορία του
χωριού μας. Όμως παρά τη
δυσκολία αυτή πριν από είκοσι,
περίπου, χρόνια έγινε μια
προσπάθεια καταγραφής των
δημόσιων έργων που θυμούνταν
οι παλαιοί μαστόροι. Τα
αποτελέσματα της έρευνας
αυτής φαίνονται στον πίνακα
που ακολουθεί. Στον πίνακα
αυτόν μνημονεύονται: Η
χρονολογία εκτέλεσης, το είδος
του δημόσιου έργου καθώς και
οι μαστόροι που εργάστηκαν στο
έργο αυτό. Φυσικά, κανένας
λόγος δεν μπορεί να γίνει για
τα ιδιωτικά οικοδομήματα,
γιατί ο αριθμός τους είναι
ανυπολόγιστος και οι
μαρτυρίες είναι ανύπαρκτες.
Το έργο αυτό έχει
σχέση με την τέχνη της πέτρας
κατά κύριο λόγο και σταματάει
στη δεκαετία του 1970.
ΜΑΣΤΟΡΙΚΑ
Σχετικά με την εμφάνιση και
την εξέλιξη της «κτιστικής»
τέχνης στη Δροσοπηγή, επειδή
δεν έχουμε αυτή τη στιγμή
στη διάθεσή μας γενικότερες
πηγές, παραθέτουμε, χωρίς
επεμβάσεις, τα όσα γράφονται
στο βιβλίο, της Αδελφότητας «ΚΑΝΤΣΙΚΟ-ΔΡΟΣΟΠΗΓΗ,
καταγραφή για ένα μαστοροχώρι
της Ηπείρου, Αθήνα 1993», σ.201 κ.ε.
στο κεφάλαιο «ΜΑΣΤΟΡΙΚΑ».
"ΜΑΣΤΟΡΙΚΑ"
Κάντσικο το μαστοροχώρι
Πριν από μερικά χρόνια και
προτού αρχίσει η έρευνα για
την ιστορία του χωριού, ήταν
πιστευτό ότι η τέχνη του
κτίστη της πέτρας, η τέχνη του
μάστορα, έφτασε και
εμφανίστηκε στην περιοχή και
στο χωριό μας κατά το 18ο μ.Χ.
αιώνα.
Η έρευνα όμως
φανέρωσε ότι οι Καντσιώτες
μαστόροι υπήρχαν από πολύ
παλαιότερα και σύμφωνα με τον
ερευνητή Θωμά Β. Ζιώγα, όπως
αναφέρει σε άλλο κεφάλαιο του
βιβλίου μας, οι μαστόροι
υπήρχαν από την αρχαιότητα σ'
αυτόν τον τόπο.
Το 1988 βρέθηκε στα
θεμέλια των σπιτιών του Βασίλη
Βελλά πέτρινη πλάκα με
χαραγμένη ημερομηνία 1607 και
μια δεύτερη εντοιχισμένη
πέτρα στο μαγαζί του Πατσιωτού,
που έχει ημερομηνία 1767, μας
πληροφορεί για την ύπαρξη
μαστόρων της πέτρας πολύ πριν
από το 18ο αιώνα. Σύμφωνα
μάλιστα με την έρευνα, το 16ο
αιώνα οι Καντσιώτες μαστόροι
είχαν προοδεύσει τόσο πολύ
στην τέχνη τους, που τολμούσαν
και κατασκεύαζαν ψηλά σπίτια
με καλή τεχνική και γνώση
ντόπιας αισθητικής.
Η ημερομηνία 1607 στο
σπίτι του Βασίλειου Βελλά,
φανερώνει μια χρονική περίοδο
πολύ νεότερη απ' την πρώτη
περίοδο των επίσημων μαστόρων
του χωριού που έφτασαν στην
παλιά Χώρα μία εποχή κατά την
οποία έγινε η ομαδική
μετακόμιση των οικισμών της
ποταμιάς και η δημιουργία του
νέου χωριού Κάντσικο, με τα
πρώτα σπίτια χτισμένα, όπως
λένε οι γέροντες, ανάμεσα στα
δύο ρέματα του Αη Θανάση και
των Σιμαίων.
Η κτιστική στους
Καντσιώτες επικράτησε
σταδιακά. Την πρώτη εποχή την
εξασκούσαν κάποια άτομα, μέλη
του γένους για το χτίσιμο των
προσωρινών καταυλισμών με
χαμηλές καλύβες και τοίχους
χωρίς λάσπη (ξερολιθιά). Μετά
ακολούθησε μια περίοδος
βελτιωμένης καλύβας, που
περιελάμβανε γύρω της
μαντρότοιχο, μαντρί και στάβλο
για τα ζώα, που ήταν
χρησιμότερος και απ' αυτήν την
επίσημη κατοικία των ανθρώπων.
Η αισθητική και η
αρχιτεκτονική των κτιστάδων
προόδευσε στους αιώνες
εκείνους που οι επιδρομές των
διαφόρων κατακτητών ήταν
αραιές. Ο χρόνος της ειρήνης
δημιουργούσε το αίσθημα της
σιγουριάς και της μονιμότητας
στο πατρικό. Έτσι
πρωταγωνιστές γίνονταν οι
γυναίκες, με αποτέλεσμα να
σχεδιάζονται τα σπίτια με
τρόπο εξυπηρετικότερο και πιο
βολικό για τη φάρα και τα
κατοικίδια ζώα.
Κυρίαρχο ρόλο στο
είδος των σπιτιών έπαιξαν οι
κλιματολογικές συνθήκες, τα
τοπικά εδαφικά χαρακτηριστικά
με την άφθονη πέτρα και τα
πολλά ξύλα από τα γύρω δάση.
Στα χρόνια που οι Καντσιώτικες
φάρες ζούσαν στους
παραποτάμιους οικισμούς, οι
μαστόροι διδάχτηκαν από την
ανάγκη και από την απλή λογική
που άκουγε στη φράση "να
τρυπώσουμε κάπου το κορμί μας".
Οι βελτιωμένες
γνώσεις πρέπει να ήρθαν την
εποχή των ελληνιστικών χρόνων,
αλλά περισσότερο αναπτύχθηκαν
στην εποχή των Ρωμαίων
κατακτητών. Οι ρωμαϊκοί τάφοι
που ανακαλύφθηκαν στο νέο
χωριό Κεφαλοχώρι ήταν
πελεκητοί πάνω σε ντόπια πέτρα
και με διάφορα σχήματα.
Οι μαστόροι της
πέτρας θεωρούνταν σαν οι
βοηθητικοί συντελεστές στη
ζωή της φάρας αλλά και της
κοινότητας μέχρι το 15ο αιώνα,
που τα κύρια επαγγέλματα των
κατοίκων ήταν η κτηνοτροφία
και η γεωργία.
Κατά τη δεύτερη
περίοδο ζωής του Κάντσικου,
όταν αρχίζει η αποσυγκέντρωση
της φάρας και η αρχή γένεσης
της μικτής γειτονιάς, τότε ο
ρόλος του τεχνίτη μάστορα
αρχίζει να υπολογίζεται
σοβαρά, αφού οι ανάγκες για νέα
σπίτια ήταν πιεστικά μεγάλες.
Ο παλιός ερασιτεχνικός τρόπος
απασχόλησης παραχωρεί τη θέση
του στους άριστους της
δουλειάς, εκείνους που "πίστευαν"
σ' αυτή την τέχνη και
επιλέχτηκαν από τη μικρή
κοινωνία τους για το σκοπό
αυτό.
Έτσι αρχίζει η
κτιστική να γίνεται
αποκλειστικό επάγγελμα ενός
αριθμού Καντσιωτών, που
αναλαμβάνει το χτίσιμο των
σπιτιών, των ναών και άλλων
έργων που έχει ανάγκη ο
πληθυσμός του χωριού. Λέγεται
ότι η πρώτη ομάδα μαστόρων του
χωριού δημιουργήθηκε από τις
φάρες των Βελλάδων, των
Γκατσουράδων και των
Μουστούληδων. Με το πέρασμα
του χρόνου ο αριθμός των
μαστόρων μεγαλώνει, με
αποτέλεσμα η τέχνη τους να
γίνει το κύριο επάγγελμα των
κατοίκων του χωριού αφού
υποχώρησαν ή χάθηκαν τα άλλα
επαγγέλματα.
Έργα αξιώσεων από
τους Καντσιώτες μαστόρους
έχουμε από το 1747, χρονιά που
χτίστηκε η πέτρινη γέφυρα στο
Σαραντάπορο, καθώς και το
Μοναστήρι της Φούρκας. Αυτά
είναι τα μοναδικά αρχαία έργα
των μαστόρων του χωριού, τα
οποία σώζονται μέχρι σήμερα.
Σίγουρα όμως υπήρχαν και
παλαιότερης ημερομηνίας έργα,
εκκλησίες κυρίως, που στο
διάβα της ιστορίας
καταστράφηκαν.
Έργα των Καντσιωτών
μαστόρων εκτός χωριού
πρωτοεμφανίζονται κατά το
τέλος του 17ου αιώνα, όταν οι
Καντσιώτες μαστόροι
ταξιδεύουν ομαδικά σ' όλα τα
διαμερίσματα της Ελλάδας και
"τολμούν" να εκφραστούν
και να κάνουν επίδειξη της
τέχνης τους.
Αξίζει εδώ να
σημειώσουμε ότι οι Καντσιώτες
μαστόροι είχαν τη συμπεριφορά
του ανεκδήλωτου "αφανούς
ήρωα", μια νοοτροπία που
χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει
ακόμα και σήμερα τους
κατοίκους του χωριού, οι
οποίοι δεν έχουν την
εκδηλωτικότητα και την
πρωτοβουλία των κατοίκων των
άλλων περιοχών της χώρας,
παρόλο που έχουν προσόντα και
γνώσεις κρυμμένες μέσα τους.
Μια απόδειξη γι' αυτό αποτελεί
η μη εμφάνιση γραπτών
ημερομηνιών και στολιδιών στα
παλιά σπίτια του χωριού μας.
Ενώ σε άλλες περιοχές,
κυρίως της Νότιας Ελλάδας, οι
δημιουργοί "φαίνονται"
από τους πρώτους αιώνες της
βυζαντινής αυτοκρατορίας με
επιγραφές, χειροτεχνήματα και
γραπτά, οι δικοί μας πρόγονοι
απαγορεύουν στον εαυτό τους
την εκφραστικότητα, γιατί τη
θεωρούν ασέβεια στο ομαδικό
πνεύμα και την κοινωνική
συμπεριφορά. Η επίδειξη είναι
πράξη καταδικαστέα και η
εκδηλωτικότητα με τέτοιες
προθέσεις.
Τα πρώτα δειλά βήματα
εκδηλωτικότητας αρχίζουν το 16ο
αιώνα, πολλούς αιώνες αργότερα
από τους κατοίκους άλλων
περιοχών της χώρας. Ετσι
αποκτά ξεχωριστή σημασία η
ημερομηνία της πλάκας του
σπιτιού του Βελλά, το 1607, αφού
δείχνει τόλμη, ανεξαρτησία και
εκδηλωτικότητα για το έργο
εκείνων των μαστόρων, που οι
προγονοί τους καταδίκαζαν τη
γνωστοποίηση των έργων τους,
αφού γι' αυτούς μονάχα ο Θεός
και οι Ιερείς του έχουν το
δικαίωμα αυτό.
Tο 1607 είναι η αρχή
εμφάνισης των έστω και
ανώνυμων δημιουργών μαστόρων
του χωριού.
Κατά την τελευταία
εικοσαετία του 19ου αιώνα, τα
έργα και η τεχνική των
Καντσιωτών μαστόρων κοσμούν
πολλές περιοχές της Ελλάδας,
κυρίως την Αθήνα, Θεσσαλία,
Μακεδονία, Νότια Αλβανία και
τη Θεσπρωτία. Οι Καντσιώτες
μαστόροι άρχισαν να "θρέφουν"
το χωριό τον 19ο αιώνα, εποχή
που η τέχνη της πέτρας είχε
μεγάλη αξία στην περιοχή των
Βαλκανίων. Οι μαστόροι
ταξιδεύουν ομαδικά παρέες-παρέες
στα ξένα μέρη. Μέσα σε συνθήκες
σκληρές με στερήσεις και με
υπεράνθρωπη εξοντωτική
εργασία, εξοικονομούν τα
χρήματα που χρειαζόταν μια
οικογένεια για να ζήσει.
Τον κυρίαρχο λόγο
έχει ο πρωτομάστορας ή οι
επικεφαλής μαστόροι της κάθε
παρέας. Αυτοί αναλαμβάνουν τις
δημόσιες σχέσεις με τους
κατοίκους των ξένων τόπων.
Αυτοί κάνουν τις διάφορες
συμφωνίες και τα παζάρια με
τους εργοδότες, κανονίζουν την
αμοιβή των υπολοίπων της
παρέας και των βοηθών. Οι
πρωτομαστόροι συντονίζουν την
εκτέλεση του έργου και έχουν
το γενικό κουμάντο της παρέας
για κάθε ζήτημα.
Ο Θωμάς Μουκούλης (δάσκαλος)
γράφει για τους μαστόρους τα
εξής:
Οι μαστόροι γύριζαν (για
δουλειά) όλη σχεδόν την Ελλάδα.
Σιγά-σιγά όμως ο κάθε μάστορας
αποκτούσε γνωριμίες σε ένα
μέρος κι εκεί, συνήθως,
ξαναπήγαινε την επόμενη
χρονιά".
Πραγματικά, οι
Καντσιώτες μαστόροι είχαν τα
ιδιαίτερης προτίμησης λημέρια
εργασίας. Έτσι η παρέα του
Κούκου (Σούφλα) ταξίδευε στο
Ντέλβινο της Αλβανίας. Οι
αδελφοί Βελλά ταξιδεύουν στη
Θεσσαλία. Ο Αναστάσιος
Καραγκούνης, ο Μούζαρης και ο
Καθάριος στα Κούρεντα. Οι
Σιμαίοι στο νομό Πιερίας. Οι
Ζιώγηδες στη Λαμία και στο
Μουζάκι. Ο Θωμάς Καπλάνης στη
Συκιά Χαλκιδικής. Ο Ρέβας και ο
Δ. Μάγκας στη Χαλκιδική. Ο
Χρήστος Σίμος στη Θεσσαλία. Ο
Αλκιβιάδης Σίμος στη Θεσσαλία.
Ο Γιάννης Κοτσίνας σε
Μακεδονία και Θεσσαλία. Ο
Δημήτριος Σίμος στη Θεσσαλία.
Ο Μητρός Παπαδημητρίου στη
Θεσσαλία οι δε Κοτσιναίοι (Κώστας
και Δήμος) στην Αθήνα.
Τις διάφορες δουλειές
τις έκλειναν με το κομμάτι,
γιατί δε γνώριζαν καλά
γράμματα. Να τι θυμάται ο
Γεώργιος Σπέλλας (Λάλος): "Σε
μια δουλειά στου Μπουτζαρά, το
αφεντικό μας έδινε για
ημερομίσθιο 20 γρόσια και ένα
μεντζίτι ενώ ο Κούκος (Σούφλας)
ζητούσε τα μισά." Στα μέρη
αυτά πήγαιναν επί σειρά
δεκαετιών.
Εκεί διεύρυναν τον
κύκλο των γνωριμιών τους και
αποχτούσαν με τον καιρό την
εμπιστοσύνη των κατοίκων και
τη φιλία, που τους βοηθούσε
στην ανεύρεση εργασίας.
Οι παρέες των
μαστόρων του Καντσίκου
ταξίδευαν τους χειμωνιάτικους
μήνες, δηλαδή έφευγαν απ' το
χωριό κατά μέσα Οκτωβρίου-αρχές
Νοεμβρίου και επέστρεφαν στο
τέλος Μαΐου-αρχές Ιουνίου του
επόμενου χρόνου. Η εργασιακή
περίοδος των Καντσιωτών
μαστόρων ήταν διαφορετική από
εκείνη των μαστόρων των άλλων
χωριών της περιοχής των
μαστοροχωριών της Κόνιτσας, π.χ.
οι Πυρσογιαννίτες και οι
Βουρμπιανίτες ταξίδευαν τους
καλοκαιρινούς μήνες. Αυτό το
φαινόμενο δείχνει εκ πρώτης
όψεως ότι οι Καντσιώτες
μαστόροί λειτουργούσαν
ανορθόδοξα, αφού τους
χειμωνιάτικους μήνες
σπανίζουν οι οικοδομικές
εργασίες αντίθετα με το
καλοκαίρι, που όλοι κάτι
φτιάχνουν λόγω οικονομικών
και καιρικών συνθηκών. Στο
βάθος βέβαια υπάρχει μια
βασική δικαιολογία που
ξεκινάει απ' την ιδιομορφία
του χωριού μας, που ήταν χωριό
γεωργικόαμπελουργικό και
κηπευτικό. Αυτές οι τρεις
ασχολίες γίνονταν από την
άνοιξη μέχρι τα μισά του
φθινοπώρου και απαιτούσαν την
παρουσία εργατικών χεριών για
να βγει πέρα η δουλειά (θερισμός,
αλώνισμα, τρύγος, κρασιά, κλπ.).
Η βασικότερη όμως αιτία πρέπει
να ήταν η συνέχιση της
παράδοσης των Καντσιωτών
βαρελάδων, αμπελουργών, που
την περίοδο αυτή (από Αύγουστο
μέχρι Aνοιξη) πρόσφεραν την
εργασία τους στ' αμπελουργικά
λημέρια της εποχής εκείνης και
γύριζαν στο χωριό τέλος Μαΐου
για ν' ασχοληθούν με τις άλλες
γεωργικές εργασίες. Κάπου εδώ
ίσως επικράτησε η συνήθεια των
ταξιδιωτών, που την
κληρονόμησαν σαν παράδοση από
τους τεχνίτες του αμπελιού και
την συνέχισαν σαν τεχνίτες της
πέτρας, πράγμα που
δικαιολογημένα τους ξεχώριζε
από τους άλλους μαστόρους της
περιοχής.
Οι Καντσιώτες
μαστόροι ταξίδευαν, όπως
είπαμε, παρέες από 10-15 άτομα
και έφταναν πεζοί στους τόπους
εργασίας. Συνήθως αναχωρούσαν
τις ζυγές μέρες της εβδομάδας,
Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή.
Φόρτωναν ζώα με της αποσκευές
τους (ρούχα, σκεπάσματα,
εργαλεία) και η κάθε παρέα είχε
τα φορτηγά μουλάρια, τα οποία
μετέφεραν τα υλικά (πέτρες,
ξύλα, χαλίκια, άμμο), που
χρειάζονταν για τη δουλειά.
Τα φορτηγά ζώα τα
χρέωναν στους βοηθούς, που
συνήθως ήταν παιδιά από 12 έως 25
χρόνων. Όταν συμφωνούσαν την
εκτέλεση κάποιου έργου με τα
υλικά (τιμή μονάδος) τότε
γινόταν ο ανάλογος
καταμερισμός των εργασιών από
τον πρωτομάστορα ή τους
επικεφαλής της παρέας με βάση
τα τεχνικά προσόντα των μελών
της παρέας.
Ο καλός κτίστης
έχτιζε τη φάτσα (το έξω μέρος)
του σπιτιού, ο μέτριος κτίστης
έχτιζε από τη μέσα πλευρά. Aλλος
πελεκούσε τ' αγκωνάρια, ο
πελεκάνος, που θεωρούνταν
μεγάλος τεχνίτης. Aλλος πιο
δυνατός αναλάμβανε τα
νταμάρια και άλλοι τη σκεπή
του σπιτιού. Εδώ επιλεγόταν ο
ειδικός, που κατά τη διάρκεια
του τελειώματος της σκεπής,
"φώναζε" τα δώρα και τις
διάφορες προσφορές των
συγγενών για τα καλορίζικα του
τελειωμένου σπιτιού.
Επίσης γινόταν η
επιλογή του μάγειρα (ή
μαγείρευαν οι μεγαλύτεροι) για
το συσσίτιο της παρέας, καθώς
και ο λογιστής για τους
διάφορους λογαριασμούς.
Η ζωή των μαστόρων
στην ξενιτιά ήταν πολύ σκληρή,
σχεδόν απάνθρωπη. Να τι λέει ο
Θωμάς Μουκούλης (δάσκαλος) για
το θέμα αυτό:
«Η ζωή των μαστόρων
ήταν πολύ σκληρή. Έμεναν σε
στάβλους μαζί με τα ζώα τους.
Μαγείρευαν μόνοι τους, έπλεναν
τα ρούχα μόνοι τους. Εκείνα που
υπέφεραν περισσότερο ήταν τα
παιδιά. Λίγο ψωμί πολλή
δουλειά, τους έλεγαν."
Πραγματικά οι μαστόροι ζούσαν
"σπαρτιάτικα". Το γνωστό
ανέκδοτο "πέντε ελιές, έξι
μέρες", λέει πολλά. Το ψωμί
ήταν το βασικό είδος διατροφής
και το μοίραζαν ίσια, με μόνα
αδικημένα τα παιδιά. Το ίδιο
γινόταν και με τα άλλα
τρόφιμα, το κρέας, τα φρούτα
και τα λαχανικά. Τα παιδιά
έπαιρναν ό,τι περίσσευε από
τους τρανούς, που κι εκείνοι
έτρωγαν "σαρακοστιανά".
Χαρακτηριστικές
είναι οι παρακάτω ιστορίες που
διηγούνται οι μαστόροι σήμερα:
"...Μας έδιδαν
τσάμπα ψάρια στα χωριά του
Πηλίου. Οι μαστόροι δεν τα
δέχονταν για να μη ξοδέψουν το
λάδι για το τηγάνισμα τους."
"...Όταν τρώγαμε
λαχανικά, βλέπαμε τους τρανούς
από πού άρχιζαν να δαγκώνουν
το πράσο. Εάν το άρχιζαν από τα
κεφάλι υπήρχε ελπίδα να
περισσέψουν τα φύλλα και για
μας. Αν όμως το άρχιζαν από τα
φύλλα, μας κόβονταν οι ελπίδες,
γιατί σκεφτόμασταν: Τρώνε τα
φύλλα, χαζοί είναι ν' αφήσουν
το κεφάλι;"
Θα λέγαμε ότι η ηθική
στάση των μαστόρων στις μεταξύ
τους σχέσεις επηρεαζόταν πολύ
απ' την ποιότητα της τέχνης
τους. Γι' αυτό συχνά οι
γέροντες μαστόροι, αλλά και οι
νεότεροι, εκτιμούσαν τη
δουλειά και την τέχνη του
συντρόφου τους περισσότερο
και από τον ανθρώπινο
χαρακτήρα τους...
Κοντολογίς για τους
Καντσιώτες μαστόρους, η
δουλειά ήταν κριτήριο των
πάντων και λειτουργούσε σαν
καθαρτήριο και φίλτρο για τη
διάπλαση των ανθρώπων.
Χαρακτηριστικό είναι το
γεγονός ότι εν ονόματι της
δουλειάς, οι γονείς μαστόροι
συμπεριφέρονταν στα παιδιά
τους (που ήταν βοηθοί) πιο
σκληρά απ' τους άλλους
μαστόρους της παρέας.
Απέναντι στον
εργοδότη, ιδιοκτήτη ή εργολάβο,
δε χωρούσε ψέμα και
φτηνοδουλειά, γι' αυτό και όλοι
οι συνεργαζόμενοι με τους
Καντσιώτες μαστόρους στα
διάφορα μέρη της Ελλάδας
μιλούσαν με λόγια θαυμασμού
για τους Ηπειρώτες μαστόρους,
τους οποίους αποκαλούσαν
καλούς και τίμιους ανθρώπους.
Μεταξύ τους
χρησιμοποιούσαν μια
συνθηματική γλώσσα, τα "κουδαρίτικα",
για να συνεννοούνται όταν
υπάρχει άλλος μπροστά, ξένος
που δεν ήθελαν να καταλάβει τα
λεγόμενα τους που αφορούσαν
είτε τη δουλειά, είτε άλλα
ζητήματα.
Ο Θωμάς Μουκούλης (δάσκαλος)
για τα "κουδαρίτικα" λέει
τα εξής: "Τα κουδαρίτικα
είναι μια γλώσσα, διάλεκτος
συνθηματική, επαγγελματική,
την οποία χρησιμοποιούσαν
όλοι οι κτίστες της επαρχίας
Κονίτσης. Τη γνώριζαν μόνο
αυτοί και κανένας άλλος
κτίστης απ' την υπόλοιπη
Ελλάδα". Παρακάτω σημειώνει:
"Τρίτο στοιχείο είναι πως
για να μάθεις την κουδαρίτικη
γλώσσα πρέπει να πας κοντά σε
μάστορα στα ξένα, και μόνο με
την καθημερινή πρακτική χρήση
της. Τέταρτο στοιχείο είναι
ότι θεωρούσαν άνανδρο να
μαρτυρήσεις τα κουδαρίτικα
ακόμα και στη γυναίκα σου. Γι'
αυτό και οι γυναίκες του
χωριού δεν γνώριζαν τη γλώσσα
αυτή".
Υπάρχει στο βιβλίο
μας ειδικό κεφάλαιο από τον
Θωμά Β. Ζιώγα, που ασχολείται
με τα κουδαρίτικα.
Πολλά είναι τα βάσανα
της ζωής των μαστόρων.
Αρρώστιες, ατυχήματα,
φιλονικίες, εξαπατήσεις από
κακούς εργοδότες. Όταν
επέστρεφαν στο χωριό, περί το
μήνα Ιούνιο, σταματούσαν σε
κάποια ειδικά στέκια,
τοποθεσίες έξω από το χωριό,
για να μοιράσουν τα λεφτά (ταμείο).
Αφού πλένονταν και ξυρίζονταν
στην πηγή, μαζεύονταν γύρω
στον πρωτομάστορα που είχε τον
πρώτο λόγο στη μοιρασιά. Εκεί
από τις σημειώσεις σε κάποιο
τετράδιο (δεφτέρι), έβγαινε το
μερίδιο που αναλογούσε στον
καθένα τόσο οι μαστόροι,
τόσα τα μαστορούλια και τόσα
για τα μουλάρια. Συνήθως πάνω
στη μοιρασιά γίνονταν και οι
καβγάδες, που διαρκούσαν μέχρι
την ώρα της ξενιτιάς που όλους
τους συμφιλίωνε.
Η επιστροφή των
μαστόρων στο χωριό
συνοδευόταν από μεγάλη χαρά
και γιορτή. Το πανηγύρι των
Αγίων Αποστόλων γινόταν γι'
αυτό το σκοπό. Το χωριό για
τους μαστόρους ήταν ό,τι και η
Ιθάκη για τον Οδυσσέα. Εδώ στο
Κάντσικο γαλήνευε η ψυχή τους
γύρω στην οικογένεια, στο βιός,
στο σπίτι και στα καταπράσινα
δάση, λιβάδια και αμπέλια της
Καντσιώτικης γης.
Φαίνεται πως η
μοναδική ομορφιά του χωριού
είχε τόση δύναμη, που σαν
μαγνήτης τους έφερνε κοντά της
απ' όποιο σημείο της γης κι αν
βρίσκονταν. Και δεν είναι
τυχαίο το γεγονός ότι από τους
δεκάδες μετανάστες στα πέρατα
της οικουμένης, ελάχιστοι
έμειναν στον ξένο τόπο. Οι
περισσότεροι επέστρεφαν στο
ονειρεμένο Κάντσικο.
Τα εργαλεία που
χρησιμοποιούσαν οι μαστόροι
ήταν το σφυρί, το ζύγι, το
μυστρί, το αλφάδι, το πηλοφόρι,
η βαριά στα νταμάρια, το χτένι
για το πελέκημα της πέτρας, τα
βελόνια, η γωνιά, η ποδιά, ο
λοστός, οι σφήνες, τα σκεπάρνια,
το ράμμα, κλπ.
Ξακουστοί πελεκάνοι
ήταν κατά το Λάλο Τζάλα οι:
Γεώργιος Σίμος (Κέτσος),
Γιάννης Καραγκούνης, Βαγγέλης
Καθάριος, ο Μασιαής, Κώστας
Βελλάς, Δημήτριος Βελλάς,
Αλέξιος Λέκκας, Δημήτρης
Τσιλογιάννης (Γούλας),
Νικόλαος Μακρής (Γεωργούλης)
και Νικόλαος Λέκκας."
Αθήνα 2-12-2003
Θωμάς Μουκούλης
[1] Ένας Δεσπότης, θέλοντας να
εξακριβώσει τις θεολογικές γνώσεις ενός
μελλοντικού υπηρέτη του θεού, ρωτάει τον
υποψήφιο παπά:- Ποιος έχτισε, παιδί μου τον
Κόσμο; - Ο υποψήφιος παπάς σαστίζει και
ύστερα από μικρή παύσει απαντάει θαρρετά:-
Οι Καντσιώτες άγιε Δέσποτα - και σπεύδει
αμέσως να συμπληρώσει την απάντησή του-
αλλά βοήθησαν λίγο και οι
Πυρσογιαννίτες (Φυσικά το ανέκδοτο
προσαρμόζεται κάθε φορά ανάλογα με το
ποιος το διηγείται).
|